Ο ΚΑΙΡΟΣ ΣΤΗΝ ΚΟΖΑΝΗ

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο

Στις 30 Μαρτίου 1952, στις 4.12 π.μ ο Νίκος Μπελογιάννης, με τρεις συντρόφους του - Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση -, στήνονται απέναντι από το εκτελεστικό απόσπασμα, στο Γουδί και εκτελούνται δια τυφεκισμού.
«Η πληγή μας μεγαλώνει μέρα με τη μέρα, το ίδιο κι η πίστη μας.
Θα φέρουμε την κληρονομιά σου στους ώμους μας,
ως την πόρτα του ήλιου, Μπελογιάννη. Καλημέρα αδέρφια μου.
Καλημέρα ήλιε
Καλημέρα κόσμε.
Ο Μπελογιάννης μας έμαθε άλλη μια φορά
πώς να ζούμε και πώς να πεθαίνουμε.»
Γ. Ρίτσος «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο»

Ο Νίκος Μπελογιάννης γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1915. Από παιδική ηλικία γαλουχήθηκε με τα ιδανικά του κομμουνισμού και από νωρίς, στα φοιτητικά του κιόλας χρόνια, στη Νομική Αθηνών, στοχοποιείται λόγω της πολιτικής του δράσης. Από το 1934 ο Μπελογιάννης είναι μέλος του ΚΚΕ. Η δυναμική του παρουσία στην πολιτική ζωή της Αμαλιάδας, ως γραμματέας της τοπικής οργάνωσης, δημιουργεί ρίξεις με την καθεστωτική τάξη και σύντομα συλλαμβάνεται και εξορίζεται.

Το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου του 1936, του Ιωάννη Μεταξά, σηματοδοτεί και την έναρξη ενός ανηλεούς αντικομουνιστικού μένους. Οι φυλακίσεις, οι εξορίες και τα βασανιστήρια σημάδεψαν τη ζωή του Νίκου Μπελογιάννη. Την στιγμή που οι ναζί εισβάλουν στην Ελλάδα, ο Μπελογιάννης βρίσκεται κρατούμενος στις φυλακές Ακροναυπλίου. Ζητά την ελευθερία του για συμμετάσχει στον πόλεμο αλλά η κυβέρνηση αρνείται. Καταφέρνει να αποδράσει και εντάσσεται στον ΕΛΑΣ ως καπετάνιος μεραρχίας στην Πελοπόννησο.

Με την απελευθέρωση της χώρας από τους ναζί και το ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου ο Μπελογιάννης αναλαμβάνει ρόλο Πολιτικού Επιτρόπου της 10ης Μεραρχίας του Δημοκρατικού Στρατού. Από αυτή τη θέση θα παλέψει για τα ιδανικά του μέχρι και την τελευταία στιγμή της εμφύλιας σύρραξης. Το 1949, μετά την ήττα, εγκαταλείπει τη χώρα, βρίσκοντας προσωρινό καταφύγιο στις γειτονικές σοσιαλιστικές χώρες.

Ένα χρόνο αργότερα τον Ιούνιο του 1950, ως μέλος πλέον της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, επιστρέφει στην Ελλάδα, με εντολή να ανασυγκροτήσει και να οργανώσει τους μηχανισμούς του ΚΚΕ στην Αθήνα, το οποίο βάση νόμου θεωρείται παράνομο, προδοτικό και ξενοκίνητο κόμμα, που δρα ενάντια στην εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας.

Το Δεκέμβρη του 1950 συλλαμβάνεται, μαζί με 93 συντρόφους του, και μετά από εννιά μήνες βασανιστηρίων, τον Οκτώβρη του 1951, οδηγείται ενώπιον του έκτακτου στρατοδικείου, το οποίο αποτελούσαν οι Ανδρέας Σταυρόπουλος (πρόεδρος), Γ. Παπαδόπουλος (μετέπειτα δικτάτορας), Ν. Κομιάνος, Γ. Κοράκης, και Θ. Κυριακόπουλος. Ο Μπελογιάννης καταδικάζεται σε θάνατο και η εύθραυστη μετεμφυλιακή ισορροπία της ελληνικής κοινωνίας κινδυνεύει.

«Τα δικαστήριά σας είναι δικαστήρια σκοπιμότητας. Γι’ αυτό δε ζητώ την επιείκειά σας. Αντικρίζω την καταδικαστική σας απόφαση με περηφάνια και ηρεμία. Με το κεφάλι ψηλά θα σταθώ μπροστά στο εκτελεστικό σας απόσπασμα. Αλλά είμαι σίγουρος πως θα ‘ρθει η μέρα, που οι ίδιοι δικαστές που τώρα με δικάζουν, θα ζητήσουν χάρη απ’ τον ελληνικό λαό. Δεν έχω άλλο τίποτε να πω.», θα δηλώσει ο Μπελογιάννης κλείνοντας την απολογία του.

Η διεθνής κατακραυγή αναγκάζει τον τότε πρωθυπουργό Νικόλαο Πλαστήρα, να ανακοινώσει την άρση της απόφασης.

Ωστόσο αποφασίζεται ότι ο Μπελογιάννης και μερικοί ακόμη σύντροφοί του, θα δικαστούν και πάλι με την κατηγορία της κατασκοπείας, η οποία θα ενισχυθεί όταν οι αρχές θα ανακοινώσουν στις 14 Νοεμβρίου 1951, ότι βρήκαν παράνομους ασύρματους σε χώρους κομμουνιστών σε Καλλιθέα και Γλυφάδα. Στις 15 Φεβρουαρίου 1952, ξεκινάει το δεύτερο μέρος της πολύκροτης δίκης, η οποία έσπασε τα σύνορα της Ελλάδας και κέντρισε το ενδιαφέρον της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης. Ο Μπελογιάννης ενώπιον του Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, αντικρούει όλες τις κατηγορίες περί κατασκοπείας και δηλώνει:

«Εμείς αγαπάμε την Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από εκείνους που μας κατηγορούν. Το αποδείξαμε τότε που η λευτεριά, η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Παλεύουμε για να ξημερώσουν και για την πατρίδα μας καλύτερες μέρες, χωρίς πείνα και πόλεμο. Κι αν χρειαστεί θυσιάζουμε γι’ αυτό και τη ζωή μας.»

Την 1η Μαρτίου, ο Νίκος Μπελογιάννης, κρατώντας ένα γαρύφαλλο όπως κάθε μέρα κατά τη διάρκεια της δίκης, ακούει τον πρόεδρο του στρατοδικείου να ανακοινώνει ότι μαζί με επτά συντρόφους του (Δημήτρης Μπάτσης, Ηλίας Αργυριάδης, Νίκος Καλούμενος, Τάκης Λαζαρίδης, Χαρίλαος Τουλιάτος, Μιλτιάδης Μπισμπιάνος και Έλλη Ιωαννίδου) καταδικάζεται σε θάνατο.

Λίγες ημέρες αργότερα, έρχεται στο φως της δημοσιότητας ένα γράμμα από το ηγετικό στέλεχος του ΚΚΕ, Νίκο Πλουμπίδη, με το οποίο αναλαμβάνει κάθε ευθύνη για την οργάνωση του ΚΚΕ στην Ελλάδα και υπόσχεται να παραδοθεί στις αρχές με αντάλλαγμα να μην εκτελεστεί ο Νίκος Μπελογιάννης. Η γνησιότητα του γράμματος του Πλουμπίδη αμφισβητείται από το ΚΚΕ, όχι όμως και από το Υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο ωστόσο αρνείται να διαπραγματευτεί με τον καταζητούμενο Νίκο Πλουμπίδη.

Όλες οι προσπάθειες και οι διεθνείς πιέσεις για απόδοση χάριτος στον Μπελογιάννη απέβησαν άκαρπες. Έτσι στις 30 Μαρτίου ο βασιλικός επίτροπος συνταγματάρχης Αθανασούλας ανακοινώνει στους Μπελογιάννη, Καλούμενο, Αργυριάδη και Μπάτση ότι η αίτηση χάριτος απορρίφθηκε και στις 4:12 π.μ., ο Νίκος Μπελογιάννης εκτελείται μαζί με τους συντρόφους του στο Γουδί.

«Πόσο μικρή είναι τούτη η λευτεριά μπροστά στην άγρια λευτεριά / να βγάζεις την καρδιά σου σα γαρύφαλλο απ' τον κόρφο σου/ για να μοσκοβολάν τα σύμπαντα θυσία και ειρήνη. /Καλημέρα ανθρώποι μου/ Καλημέρα ήλιε/ Καλημέρα Μπελογιάννη»
Γ. Ρίτσος «Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο»
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2010

Κάποτε πίναμε καφέ με φίλους...

"Kάποτε ο χρόνος είχε τέσσερις εποχές,
σήμερα έχει δύο.

Κάποτε δουλεύαμε οκτώ ώρες,
σήμερα έχουμε χάσει το μέτρημα...

Κάποτε είχαμε χρόνο να πάμε για καφέ με τους φίλους μας..
Τώρα τα λέμε μέσω MSN και Skype.

Κάποτε είχαμε χρόνο να κοιτάξουμε τον ουρανό, να δούμε το χρώμα του, να ακούσουμε το κελάϊδισμα των πουλιών, να νιώσουμε την ευωδιά του βρεγμένου χώματος. Σήμερα τα βλέπουμε στην τηλεόραση.

Κάποτε παίζαμε με τους φίλους μας ποδόσφαιρο στις αλάνες.
Σήμερα παίζουμε ποδόσφαιρο στο Playstation.


Κάποτε ζητάγαμε συγγνώμη από κοντά.
Σήμερα το λέμε και με SMS.

Κάποτε κυκλοφορούσαμε με ταπεινά αυτοκίνητα 1000 κυβικών και ήμασταν χαρούμενοι.
Σήμερα κυκλοφορούμε με τζιπ 2000 κυβικών και στεναχωριόμαστε που δεν έχουμε τζιπ... 3000 κυβικών.

Κάποτε αγοράζαμε ένα παντελόνι και το είχαμε για δύο χρόνια.
Τώρα το έχουμε δύο μήνες και μετά παίρνουμε άλλο.

Κάποτε ζούσαμε σε σπίτι 65 τετραγωνικών και... ήμασταν ευτυχισμένοι.
Σήμερα ζούμε σε σπίτια 120 τετραγωνικών και δεν χωράμε μέσα...

Κάποτε λέγαμε καλημέρα σε ένα περαστικό και τον ρωτούσαμε για την τάδε οδό.
Σήμερα μας το λέει ο navigator.

Κάποτε πίναμε νερό της βρύσης και ήμασταν μια χαρά.
Σήμερα πίνουμε εμφιαλωμένο και...αρρωσταίνουμε.

Κάποτε είχαμε τις πόρτες των σπιτιών ανοικτές, όπως και τις καρδιές μας.
Σήμερα κλειδαμπαρωνόμαστε, βάζουμε συναγερμούς και έχουμε και 5-6 λυκόσκυλα για να μην αφήσουμε κανέναν να μας πλησιάσει. Είτε είναι καλός, είτε κακός.

Κάποτε ξυπνάγαμε πρωί πρωί την Κυριακή για να πάμε στην εκκλησία.
Σήμερα δεν πάμε γιατί είναι...μπανάλ. Και γιατί οι παπάδες γίνανε μεσίτες και επιχειρηματίες.

Κάποτε είχαμε 2 τηλεοπτικά κανάλια και πάντα βρίσκαμε κάτι ενδιαφέρον να δούμε.
Σήμερα έχουμε 100 κανάλια και δεν μας αρέσει κανένα πρόγραμμα.

Κάποτε μαζευόμασταν όλη η οικογένεια γύρω από το κυριακάτικο τραπέζι και αισθανόμασταν ενωμένοι και ευτυχισμένοι.
Σήμερα έχει ο καθένας το δικό του δωμάτιο και δεν βρισκόμαστε μαζί στο τραπέζι ποτέ...

Κάποτε η σκληρή δουλειά ήταν ιδανικό.
Σήμερα είναι μαλακία.

Κάποτε τα περιοδικά έπαιρναν συνέντευξη από τον Σεφέρη.
Σήμερα παίρνουν από τον Καρβέλα.

Κάποτε μας μάγευε η φωνή του Στέλιου Καζαντζίδη,
σήμερα μας ξεκουφαίνει ο...Μακρόπουλος.

Κάποτε οι τραγουδίστριες τραγουδούσαν με τη φωνή.
Σήμερα τραγουδούν με κάτι άλλο.

Κάποτε ντοκουμέντο ήταν μια επιστημονική ανακάλυψη.
Σήμερα ντοκουμέντο είναι ένα ερασιτεχνικό βίντεο που δείχνει δύο οπαδούς ομάδων να ανοίγουν ο ένας το κεφάλι του άλλου.

Κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση κινούμενα σχέδια με τον Μίκυ Μάους, τον Σεραφίνο, τον Τιραμόλα. Σήμερα βλέπουμε τους Power Rangers και τους Monsters με όπλα και χειροβομβίδες να σκοτώνουν και να ξεκοιλιάζουν...τους κακούς.

Κάποτε μας αρκούσε μια βόλτα με τον κοπέλα μας σε ένα ταπεινό δρομάκι της γειτονιάς. Χέρι-χέρι, να κοιτάμε τον ουρανό, να σιγοψυθιρίζουμε ένα ρομαντικό τραγουδάκι και να ταξιδεύουμε νοητά. Σήμερα πάμε διακοπές στο Ντουμπάι, στο Μαρόκο και στο Μεξικό.. Και ονειρευόμαστε ταξίδια στο Θιβέτ.

Κάποτε είχαμε το θάρρος και τη λεβεντιά να λέμε «Έκανα λάθος».
Σήμερα λέμε «Αυτός φταίει»...

Κάποτε νοιαζόμασταν για το γείτονα, σήμερα τσατιζόμαστε αν αγοράσει καλύτερη τηλεόραση από εμάς.

Κάποτε ζούσαμε με το μισθό μας.
Σήμερα ζούμε με τους μισθούς που ΘΑ πάρουμε.

Κάποτε δεν είχαμε φράγκο στην τσέπη, μα ήμασταν τόσο, μα τόσο ευτυχισμένοι!
Σήμερα έχουμε τα πάντα και τρωγόμαστε με τα ρούχα μας.

Κάποτε περνάγαμε υπέροχα στο ταβερνάκι της γειτονιάς, με κρασάκι, τραγούδι και κουτσομπολιό.
Σήμερα...μιζεριάζουμε σε ακριβά εστιατόρια του Κολωνακίου.

Κάποτε ιδανικό ήταν να γίνεις αναγνωρισμένος.
Σήμερα ιδανικό είναι να γίνεις απλά αναγνωρίσιμος.

Κάποτε μας δάνειζε λεφτά ο αδελφός μας.
Σήμερα μας δανείζουν οι τράπεζες.

Κάποτε κοιτούσαμε στα μάτια τους ανθρώπους.
Τώρα τους κοιτάμε στην τσέπη.

Κάποτε δουλεύαμε για να ζήσουμε.
Σήμερα ζούμε για να δουλεύουμε.

Κάποτε είχαμε χρόνο για τον εαυτό μας.
Σήμερα δεν έχουμε χρόνο για κανένα....

Αυτό το «Κάποτε», το έλεγαν Ζωή...."
Διαβάστε περισσότερα...